Πίσω στις «πρώτες έννοιες» των λέξεων

Από τις μικρές πνευματικές χαρές που βιώνει κάθε άνθρωπος είναι να ανακαλύπτει μόνος του, ξαφνικά, με κάποια ευκαιρία σκέψης ή επικοινωνίας την αρχική και συγχρόνως βασική σημασία μιας λέξης που χρησιμοποιεί. Να ανακαλύπτει, έτσι σαν έκλαμψη, την «πρώτη έννοια» μιας λέξης, την πρωταρχική σημασία της, δοκιμάζοντας τη χαρά τής έκπληξης από αυτή την ανακάλυψη. Πρόκειται για λέξεις που χρησιμοποιεί κανείς καθημερινώς χωρίς να έχει συνείδηση της πρώτης σημασίας τους.

   H ελληνική γλώσσα προσφέρεται για τέτοιες λεκτικές ανιχνεύσεις και τις συνακόλουθες «λεκτικές απολαύσεις», γιατί η συνέχεια στη χρήση των λέξεων, είτε ως επιβίωσή τους από την αρχαία είτε ως αναβίωσή τους στους νεότερους χρόνους, επιτρέπει εύκολα τέτοιες αναγωγές στις πρώτες έννοιες των λέξεων ακόμη και στον μη ειδικό. H «ετυμολογική διαφάνεια» των σύνθετων λέξεων, των οποίων τα συνθετικά μέρη είναι γενικώς οικεία στον ομιλητή τής γλώσσας μας, διευρύνουν τον κύκλο τέτοιων ετυμολογικών ανιχνεύσεων και τη δυνατότητα εύκολης αναγωγής στην πρώτη έννοια. Σε τέτοιες αναγωγές κύριο ρόλο παίζουν οι «μαγικές λέξεις» τής Ελληνικής, αυτές που ξέρουμε από τη γραμματική ως προθέσεις. Είναι τα λεξίδια τής γλώσσας μας, πολύ παλιά, που «προ-τίθενται», που χρησιμοποιούνται μπροστά από άλλες λέξεις, τροποποιώντας την αρχική σημασία τους και δημιουργώντας νέες λέξεις. H αρχική σημασία τέτοιων σύνθετων λέξεων με προθέσεις (ή «προρρηματικά», εφόσον προ-τίθενται ρημάτων) ανα-καλύπτεται εύκολα, εκπλήσσει και, τελικά, διδάσκει.

        Ολοι γνωρίζουμε λ.χ. τις σημασίες των λέξεων συμφωνώ, συμβαίνει, συγνώμη, συγχωρώ, συζητώ, συγκρίνω ή λέξεων όπως σύζυγος, συγχρωτίζομαι κ.τ.ό. Αν σταθούμε και τις αναλύσουμε γλωσσικά, μπορούμε σχετικά εύκολα να αναχθούμε και στις πρώτες τους έννοιες. Ετσι το συμ-φωνώ (από το σύμ-φωνος) σημαίνει αρχικά «εκφέρω ήχους μαζί και συγχρόνως με κάποιον», ήχους που είναι ομόηχοι, που συνηχούν, άρα «βρίσκομαι σε αρμονία, εναρμονίζομαι, συμπίπτω με κάποιον, συμφωνώ». Εξάλλου και τα γνωστά από τη γραμματική σύμφωνα δεν είναι παρά «οι φθόγγοι που συμ-φωνούνται, που προφέρονται μαζί με άλλους (τα φωνήεντα)», οι φθόγγοι δηλαδή που δεν υπάρχουν μόνοι τους στον λόγο. Αυτό που συμβαδίζει, που συνεμφανίζεται, που συμπίπτει με συγκεκριμένες συνθήκες (χρόνο, πρόσωπα, καταστάσεις) λέμε ότι συμ-βαίνει (συν + βαίνει). Κι αν καλέσεις κάποιον να δεχθεί να μοιρασθεί μαζί σου τη γνώμη σου για κάτι, να δείξει κατανόηση για κάτι «συγγνωστό» και να δεχθεί να σε καταλάβει, τότε βρίσκεσαι στην πρώτη έννοια τής συγ-γνώμης (συν + γνώμη). Κι αν δεχθεί να συγ-χωρήσει, να συμβαδίσει με τη σκέψη σου, τότε μπορεί να περάσει από την απλή συγγνώμη (συμφωνία) στην έμπρακτη συγ-χώρηση (υπέρβαση τής παράβασής σου και απάλειψή της). Βέβαια, τέτοιες γενναιόδωρες στάσεις προαπαιτούν να έχεις μιλήσει και ανταλλάξει σκέψεις με κάποιον, να έχεις συν-ζητήσει, να έχεις ζητήσει να βρείτε μαζί με κάποιον την αλήθεια των πραγμάτων, να έχετε εξετάσει και ερευνήσει από κοινού τι συμβαίνει. Αυτή είναι και η πρώτη έννοια τού συν-ζητώ (συζητώ). Και εν πάση περιπτώσει, προτού κρίνεις οτιδήποτε, οφείλεις να το παραβάλεις, να το κρίνεις μαζί με άλλα ομοειδή, να το συγ-κρίνεις. Γιατί τίποτε δεν μπορείς να ξεχωρίσεις, να διαχωρίσεις, να δια-κρίνεις, αν δεν το συγ-κρίνεις πρώτα. Γενικά, η αναζήτηση αυτών που συν-υπάρχουν, συν-δέονται, συμ-βαίνουν, η αναζήτηση «των σύνθετων τού συν-» μπορεί να σε οδηγήσει, μεταξύ πολλών άλλων, σ’ αυτούς «που τελούν από κοινού στον ίδιο ζυγό» (συν + ζυγός = σύζυγος), σ’ αυτούς «που διατηρούν σχέσεις και κάνουν συντροφιά σαν σώμα με σώμα», που συγ-χρωτίζονται (συν + χρως, χρωτός «δέρμα, σώμα») κ.ο.κ.

        Θα μπορούσε μάλιστα να δει κανείς τι πλούτο πρώτων εννοιών, δηλαδή τι μεγάλο αριθμό σημασιών, δημιουργούν και κωδικοποιούν στην ελληνική γλώσσα τα ίδια λεξίδια (προθέσεις – προρρηματικά) στο παράδειγμα μιας και τής αυτής βασικής λέξης, τής λέξης νοώ. Ο,τι βάζω μέσα και καλά στο μυαλό μου, ό,τι αντιλαμβάνομαι και καταλαβαίνω, με οδηγεί στο εν-νοώ. Ο,τι καταλαβαίνω καλά, το κατα-νοώ. Αν προλαμβάνω πράγματα και καταστάσεις με τη σκέψη μου, τότε προ-νοώ. Αν συλλαμβάνω πρωτότυπα με τον νου μου κάτι ή και το εμφανίζω για πρώτη φορά ότι υπάρχει, το επι-νοώ. Αν δεν το λέω καθαρά, αλλά αφήνω να το καταλάβουν οι άλλοι, το υπο-νοώ. Αν επεξεργάζομαι ακόμη στο μυαλό μου διάφορες σκέψεις, τότε δια-νοούμαι. Αν καταλαβαίνω το ίδιο και υπάρχει πεδίο συναντήσεως με τους άλλους, τότε συν-εν-νοούμαι. Αν δεν καταλάβω καλά ή παρερμηνεύσω κάτι, το παρα-νοώ. Αν αλλάξω γνώμη και παραδεχθώ ότι κάτι δεν έγινε σωστά και δεν πρέπει να επαναληφθεί, τότε μετα-νοώ. Αυτή η αναδίφηση είναι φανερό ότι πάει κατ’ ευθείαν στις αρχικές, βασικές, πρώτες έννοιες-σημασίες των λέξεων. Και φυσικά σ’ ένα πλήθος ομορρίζων: έννοια, πρόνοια, επίνοια, υπόνοια, διάνοια, παράνοια, μετάνοια – επινόηση, διανόηση, παρανόηση, κατανόηση – επινόημα, υπονόημα, διανόημα – αδιανόητος, ακατανόητος, ασυνεννόητος, αμετανόητος κ.λπ.

        Για σκεφθείτε αυτή η περιπέτεια τής αναζήτησης, απλή και εφικτή, σίγουρα ελκυστική και αποκαλυπτική και διδακτική ακόμη, πόσο χρήσιμη θα ήταν στη διδασκαλία τής γλώσσας, στη διατύπωση ενός κειμένου, στη διαδικασία τής σκέψης και τής έκφρασης, στην κατανόηση γενικά τής γλώσσας και τού κόσμου μας… οδός, άν-οδος, κάθ-οδος, έφ-οδος, πρόσ-οδος, περί-οδος, δί-οδος, είσ-οδος, έξ-οδος, δι-έξοδος, πάρ-οδος, σύν-οδος, μέθ-οδος, πρό-οδος. Ναι, μέθ-οδος και πρό-οδος… Μήπως αξίζει να δοκιμάζουμε, από καιρού εις καιρόν, τέτοιες προσεγγίσεις και αναγωγές στις πρώτες έννοιες των λέξεων τής γλώσσας μας;

 

Το Βήμα: Νέες Εποχές, 09/01/2005