In englishΑρχική σελίδα

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ
Επιφυλλίδες για τη γλώσσα

Όχι μόνον Αγγλικά

Μπορεί να μιλάει κανείς για Ενωση των χωρών τής Ευρώπης σε ισότιμη βάση χωρίς η γλώσσα κάθε κράτους-μέλους να έχει, στην πράξη, τον σεβασμό που αρμόζει στον λαό τής χώρας, ο οποίος εκφράζεται μέσα απ' αυτήν; 

   Τον Ιανουάριο τού 2006, με πρωτοβουλία τού «Megaron Plus», είχαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με τον κορυφαίο Γάλλο γλωσσολόγο Claude Hagège για τον θάνατο των γλωσσών και τους τρόπους που μπορούμε να βοηθήσουμε στο να σωθούν αφενός γλώσσες που χάνονται και να στηριχθούν αφετέρου γλώσσες που πλήττονται σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, καθώς και γλώσσες που κινδυνεύουν. Στις τελευταίες αυτές γλώσσες ανήκουν, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, και οι γλώσσες τής Ενωμένης Ευρώπης. 

   Θα ξεκινήσω μ’ ένα αφελές έως και προκλητικό ερώτημα: Μπορεί να μιλάει κανείς για Ένωση των χωρών τής Ευρώπης σε ισότιμη βάση χωρίς η γλώσσα κάθε κράτους-μέλους να έχει, στην πράξη, τον σεβασμό που αρμόζει στον λαό τής χώρας, ο οποίος εκφράζεται μέσα απ’ αυτήν; Μπορεί λ.χ. –για να γίνει πιο προκλητικό το ερώτημα– να πει η Ε.Ε. στη Βουλγαρία ή στη Ρουμανία ότι γίνονται μεν δεκτές ως ισότιμα κράτη-μέλη, αλλά πρέπει να αφήσουν έξω την εθνική-μητρική-παραδοσιακή γλώσσα τους; Θα δεχθούν το ράπισμα να ξεπουλήσουν ό,τι κουβαλάει μια εθνική γλώσσα –την ιστορία, τον πολιτισμό, τη νοοτροπία, τη σκέψη, την αντίληψη για τον κόσμο, την παιδεία–, να απαρνηθούν με άλλα λόγια ένα βασικό χαρακτηριστικό τής ταυτότητάς τους, αναλαμβάνοντας την υποχρέωση εφεξής να μιλούν μόνο Αγγλικά, όταν θα βρίσκονται στα όργανα τής Κοινότητας; Κι αυτό –όπως θα τους εξηγηθεί από κάποιον μανδαρίνο τής Ε.Ε. με παχυλό μισθό!– διότι η διερμηνεία στοιχίζει πολύ, διότι στοιχίζει πολύ η μετάφραση, όσο πληθαίνουν τα κράτη-μέλη τής Ε.Ε.! Θα συμμερίζονταν ποτέ οι οραματιστές τής Ε.Ε. ότι το μεγαλειώδες όραμα τής Ε.Ε. θα σκάλωνε σε μια οικονομικίστικη αντίληψη ότι τάχα η γλωσσική επικοινωνία των λαών που απαρτίζουν την Ε.Ε. κοστίζει πολύ, τόσο που να τινάξει στον αέρα τη βάση τής συμφωνίας τής Ρώμης, η οποία θεσπίζει την ισότιμη συμμετοχή σε όλα τα επίπεδα;

   Υπάρχουν ζητήματα που είναι πραγματικώς μείζονα ζητήματα, θέματα αρχής δηλ. που ξεπερνούν, από τη φύση τους, κάθε πρακτικίστικη ή οικονομικίστικη επιχειρηματολογία, η οποία –έτσι όπως προβάλλεται εκ των υστέρων– θέτει εν αμφιβόλω τη σοβαρότητα και τη βαρύτητα τής μεγαλεπίβολης και αληθινά φιλόδοξης σύλληψης μιας πολιτικά, οικονομικά και πολιτιστικά Ενωμένης Ευρώπης. Συγκεκριμένα, κάθε σκέψη, πρόθεση ή μεθόδευση –φανερή ή συγκεκαλυμμένη– να περιορισθούν οι γλώσσες επικοινωνίας στα Όργανα τής Κοινότητας σε μία (την Αγγλική) ή σε δύο (Αγγλική και Γαλλική) ή σε τρεις (Αγγλική-Γαλλική-Γερμανική) ή, το πολύ, σε τέσσερεις γλώσσες (Αγγλική-Γαλλική-Γερμανική και Ιταλική) δεν αποτελεί απλώς παραβίαση τής συμφωνίας τής Ρώμης, αλλά συνιστά πράξη αποκλεισμού των περισσοτέρων κρατών-μελών από την ισότιμη επικοινωνία σε πολιτικό επίπεδο και συγχρόνως πράξη αμφισβήτησης σε πολιτιστικό επίπεδο τής αξίας τού εμφανέστερου χαρακτηριστικού κάθε λαού-μέλους τής Ε.Ε., τής γλώσσας του. Γιατί η γλώσσα ενός λαού, πέρα από βασικό στοιχείο ταυτότητας, είναι συγχρόνως και αναπόσπαστο τμήμα τής πολιτιστικής κληρονομιάς του, που ως ιστορία των λέξεων, ως γλώσσα τής λογοτεχνίας, ως γλωσσική παράδοση, τού τραγουδιού, των λαϊκών αφηγήσεων, τού θεάτρου, τής επιστήμης, τής διανόησης και γενικότερα τής έκφρασης ενός λαού δεν επιτρέπεται να απαξιωθεί ούτε να τεθεί εις ήσσονα μοίρα έναντι τής γλωσσικής έκφρασης άλλων λαών.

   Ποιος νομιμοποιείται να υποχρεώσει λ.χ. τον Έλληνα πολίτη, τον Ισπανό, τον Νορβηγό, τον Ολλανδό, τον Πορτογάλο, τον Φινλανδό, τον Σουηδό, τον Βούλγαρο, τον Ρουμάνο, τον Πολωνό, τον Τσέχο, αύριο ίσως τον Ρώσο κ.ά., να μιλάει στα Όργανα τής Ε.Ε. και να διαπραγματεύεται για σημαντικά θέματα σε άλλη από τη μητρική-εθνική του γλώσσα; Κι αν αυτό δεν είναι μείωση τότε πώς αλλιώς μπορεί να χαρακτηρισθεί η υποβάθμιση των πολιτών μιας χώρας που συμβαίνει να χρησιμοποιούν μια ολιγότερο ομιλούμενη γλώσσα; Και γιατί –σε μια τέτοια μηχανιστική-οικονομικίστικη αντίληψη τής Ε.Ε.– θα σταθεί κανείς στις τέσσερις και όχι στις τρεις, στις δύο ή στη μία γλώσσα; Όταν παραβιασθεί η αρχή τής ισοτιμίας των γλωσσών όλων των κρατών-μελών τής Ε.Ε., τότε παραφυλάει «η λογική τής κολοκυθιάς»: Γιατί τρεις και όχι δύο, γιατί δύο και όχι μία… Γιατί η Γαλλική και η Γερμανική και γιατί όχι μόνο η Αγγλική… Τότε η τιμή τής γλώσσας και η τιμιότητα τής έκφρασης ενός λαού και, δι’ αυτής, τής έκφρασης ενός πολιτισμού αμφισβητούνται και προσβάλλονται από εκείνους που –ως μέλη μιας κοινότητας– θα έπρεπε να είναι οι φυσικοί υπερασπιστές της.

   Τότε οδηγούμεθα, αργά ή γρήγορα, με δικές μας άστοχες, επιπόλαιες, κοντόφθαλμες και μικρόψυχες επιλογές σε έναν γλωσσικό ηγεμονισμό τής Αγγλικής, που δεν ζήτησαν ποτέ ούτε θα επιθυμούσαν καν οι ίδιοι οι αγγλόφωνοι λαοί. Όχι γιατί δεν τολμούν, αλλά διότι δεν αποτολμούν «την ύβριν» να προσβάλουν συλλήβδην την εθνική υπερηφάνια όλων των άλλων λαών. Δεν είναι τυχαίο –θα το επαναλάβω και μ’ αυτή την ευκαιρία– ότι ο Άγγλος γλωσσολόγος David Crystal, συγγραφέας μάλιστα τού «English as a global language», είναι αυτός που θαρραλέα υποστήριξε, μιλώντας στην εφημερίδα «Guardian», ότι «ίσως μια μέρα η Αγγλική να είναι η μόνη γλώσσα που θα έχει μείνει να μάθει κανείς. Αν συμβεί κάτι τέτοιο θα είναι η μεγαλύτερη πνευματική καταστροφή (the gratest intellectual disaster) που γνώρισε ποτέ ο πλανήτης μας»! Μόνον οι οπαδοί μιας αδίστακτα «εργαλειακής αντίληψης» τής γλώσσας –και βεβαίως ούτε ο Crystal ούτε κανείς άλλος γλωσσολόγος ή σοβαρός μελετητής τής γλώσσας και τού πολιτισμού δεν υιοθέτησαν ποτέ μια τέτοια αντίληψη– θα μπορούσαν εν ονόματι ενός αχρείαστου και προκλητικού χρησιμοθηρισμού να προτείνουν τη γενίκευση τής Αγγλικής ή έστω δύο ή τριών γλωσσών ως επίσημων γλωσσών συνεννόησης των μελών τής Ε.Ε. Ωστόσο, το «γλωσσικό μονοπώλιο» ή έστω και «το γλωσσικό ολιγοπώλιο» δεν είναι φυσικές καταστάσεις για την επικοινωνία των λαών, ιδίως εκείνων που θέλουν να αποτελούν μια Ένωση, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στον σεβασμό τής ιδιοπροσωπίας κάθε κράτους-μέλους.

   Αντίθετα, φυσική κατάσταση που διέπει ιστορικά, διαχρονικά και πολιτισμικά όλους τους λαούς και όλες τις χώρες είναι η γλωσσική πολυμορφία, η οποία συνιστά ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί γλωσσική οικολογία. Πρόκειται για τη φυσική διαφοροποίηση των λαών ως προς τη γλώσσα που μιλούν, η οποία διαφέρει –όπως το περιβάλλον, οι άνθρωποι, οι αντιλήψεις, τα φυσικά χαρακτηριστικά κ.λπ.– από τον έναν λαό στον άλλο. Διότι η γλώσσα κάθε λαού, κάθε εθνική γλώσσα, είναι μια άλλη σύλληψη, οργάνωση και έκφραση τού κόσμου. Έτσι η γλωσσική διαφοροποίηση, η γλωσσική πολυμορφία είναι σύμφυτη με τον ίδιο τον άνθρωπο και το περιβάλλον του. Αφύσικη κατάσταση είναι η επιβολή μίας γλώσσας σε όλους, μιας ενιαίας γλώσσας για όλους τους λαούς, πράγμα που ανάγεται μόνο στη σφαίρα τής μυθολογίας ή τής μεταφυσικής σύλληψης που είναι λ.χ. τα περί τού Πύργου τής Βαβέλ. Όσο παλιά φθάνουν οι γνώσεις μας για τον κόσμο, τον άνθρωπο τον γνωρίζουμε γλωσσικά διαφοροποιημένο. Κι ορισμένες επιστημονικές υποθέσεις για γλωσσικές ομογένειες, για πρωτογλώσσες ορισμένων οικογενειών γλωσσών, όπως είναι λ.χ. η υπόθεση περί ινδοευρωπαϊκής πρωτογλώσσας, έχουν πολύ περιορισμένη έκταση σε σχέση με το σύνολο των γλωσσών (που αρχικά υπολογίζονταν σε 140.000 γλώσσες, ενώ μέχρι τους χρόνους μας έχουν επιβιώσει μόνο 6.000!). Ας σημειωθεί ότι ακόμη και γλώσσες που ανάγονται στην ίδια οικογένεια διαφοροποιήθηκαν πολύ μετέπειτα μεταξύ τους. 

   Αυτή τη γλωσσική πολυμορφία, που αποτελεί και τη μεγαλύτερη πολιτιστική πρόκληση τής Ε.Ε., πρέπει να την διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού και να την αξιοποιήσουμε επικοινωνιακά και πολιτιστικά για μια αμοιβαία ουσιαστική γνωριμία των λαών τής Ε.Ε. που αναγκαστικά περνάει μέσα από τη γλώσσα. Τι πρέπει να γίνει; Να δοθούν ευκαιρίες (μ’ έναν αριθμό σχολείων σε κάθε χώρα, αλλά και στα Πανεπιστήμια και σε άλλους εκπαιδευτικούς φορείς) να μάθουν, ιδίως οι νέοι, περισσότερες και διαφορετικές γλώσσες τής Ε.Ε., μεταξύ των οποίων, αν θέλουν, και τις γνωστές ως «ολιγότερο ομιλούμενες» γλώσσες, όπως είναι η Ελληνική, η Ολλανδική, η Νορβηγική, η Πορτογαλική κ.ά. Δεν υπάρχει συντομότερος και πιο ουσιαστικός τρόπος να γνωρίσεις έναν πολιτισμό, έναν λαό, μια χώρα από το να μάθεις τη γλώσσα του, όπως δεν υπάρχει και μεγαλύτερη διανοητική απόλαυση από το να γνωρίσεις τις ατραπούς των λέξεων και των γραμματικοσυντακτικών τρόπων με τους οποίους οργάνωσε την έκφραση τού κόσμου ένας λαός, δημιουργώντας τη δική του γλώσσα. Φθάνει μόνο να μπορείς –ή να μάθεις να μπορείς– να βλέπεις μέσα και πίσω από τις λέξεις, μπαίνοντας στα άδυτα τής γλωσσικής σκέψης κάθε λαού.


Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 34, 31/12/2006