Πώς θα ξεπεράσουμε τον φόβο της… γραμματικής

Για πολλούς η γραμματική έχει, από τη φύση της, έναν σχολαστικό χαρακτήρα που την κάνει βαρετή και παράδειγμα ίσως μιας όχι ιδιαίτερα χρήσιμης γνώσης. Για άλλους πάλι αποτελεί τον «μπαμπούλα» της γλώσσας, το μάθημα που τους δυσκόλευε ή στο οποίο έκαναν τα περισσότερα λάθη. Γενικότερα, η γραμματική προκαλεί σε πολλούς αμηχανία έως και απώθηση, συχνή δε είναι η ομολογία ενηλίκων που δηλώνουν «εγώ δεν έμαθα γραμματική στο σχολείο». Γι’ αυτούς η λειψή γνώση τής γραμματικής συμπίπτει με λάθη στην ορθογραφία, με λάθη εκφραστικά, με λάθη στη σύνταξη ενός κειμένου και, γενικά, με κάθε μορφή γλωσσικών ελλείψεων ή αδυναμιών που έχουν. Υπάρχει δηλ. ένας διάχυτος φόβος για τη γραμματική (διογκώθηκε μάλιστα μετά την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση τού ’76), που μπορεί να συγκριθεί με τον άλλο μεγάλο φόβο που έχουν πολλοί για τα μαθηματικά!

     Ωστόσο, αν είναι πολλοί αυτοί που δυσκολεύονται να λύσουν και ένα απλό μαθηματικό πρόβλημα ή να υπολογίσουν κάτι σωστά, ελάχιστοι συγκριτικά είναι οι άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο που δεν μπορούν να μιλήσουν τη γλώσσα τους (πλην παθολογικών περιπτώσεων) ασχέτως τού αν έχουν φοιτήσει ή όχι στο σχολείο. Αυτό σημαίνει ­ όπως διδάσκει η γλωσσική επιστήμη ­ ότι κάθε ανθρώπινο ον, από μόνη την επαφή του με το (γλωσσικό) περιβάλλον του και, πιθανότατα, από ορισμένες βιολογικά κληρονομημένες γλωσσικές καταβολές, έχει την ικανότητα να μαθαίνει και να μιλάει τη γλώσσα του. Εχει δηλ. ασυνείδητα εσωτερικεύσει και αφομοιώσει έναν μηχανισμό (γλωσσικούς κανόνες και λέξεις) με τον οποίο οργανώνει τη γλωσσική του επικοινωνία σε δομημένο λόγο, σε προτάσεις που έχουν λογικό νόημα και που συνέχονται μεταξύ τους νοηματικά, ώστε να απαρτίζουν ένα κατανοητό (προφορικό ή γραπτό) κείμενο. Με άλλα λόγια, όποιος μιλάει μια γλώσσα ξέρει, χωρίς να το έχει συνειδητοποιήσει, και τη γραμματική τής γλώσσας αυτής. Ξέρει δηλ. να παράγει και να καταλαβαίνει ­ για να θυμηθούμε τον Noam Chomsky ­ ένα άπειρο πλήθος νέων προτάσεων (που δεν έχει ίσως ξαναπεί ή ξανακούσει ο ίδιος), όπως μπορεί και να αναγνωρίζει ­ χωρίς πάλι να συνειδητοποιεί πώς και γιατί ­ κάθε γλωσσική πρόταση που «δεν λέγεται» στη γλώσσα του, που παραβιάζει ή προσκρούει στους κανόνες τής γραμματικοσυντακτικής δομής τής γλώσσας του («μαθητής ο αντίγραψα στις εξετάσεις γενικές» είναι μια «αντιγραμματική πρόταση» που θα αναγνωρίσει και θα απορρίψει κάθε φυσικός ομιλητής τής ελληνικής γλώσσας). Άρα, αν δεν γεννιόμαστε, τουλάχιστον μεγαλώνουμε γλωσσικά με γνώση τής γραμματικής που χρειαζόμαστε στην καθημερινή επικοινωνία μας. Αλλιώς, η ομιλία μας (προφορική και γραπτή) θα ήταν κυριολεκτικά αγνώριστη και ακατάληπτη, γεμάτη από λάθη, από φράσεις που «δεν λέγονται», όπως αυτές που ακούγονται (προκαλώντας γέλιο) από το στόμα ξένων οι οποίοι προσπαθούν να μιλήσουν τη γλώσσα μας.

     Μετά από αυτά που είπαμε, πώς εξηγείται και τι σημαίνει στην πράξη ο φόβος για τη γραμματική; Ποιος φοβάται τη γραμματική; Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα ή για μια ασυναίσθητη και εξωπραγματική αντίδραση; Ξέρουμε, τελικά, ή δεν ξέρουμε γραμματική; Κι έχει σχέση η γνώση μας αυτή με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας και με την ποιότητα τής ομιλίας ή τού γραπτού κειμένου μας; Ας αποτολμήσουμε μια συνοπτική και, αναπόφευκτα, υπεργενικευτική απάντηση.

     Γραμματική, στη σύγχρονη γλωσσολογική αντίληψη, δεν είναι απλώς η γνώση να κλίνουμε ονόματα και ρήματα, όπως μαθαίναμε παλιά στο σχολείο. Γραμματική είναι, όπως το είπαμε ήδη, η ικανότητα που έχει κάθε ομιλητής μιας γλώσσας να παράγει και να καταλαβαίνει άπειρες νέες προτάσεις, να έχει δηλ. μια δημιουργική σχέση με τη γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι γραμματική δεν είναι μόνο η ικανότητα να σχηματίζεις σωστά τους τύπους ονομάτων και ρημάτων που χρειάζεσαι στην επικοινωνία σου (το να έχεις κατακτήσει δηλ. ό,τι οι γλωσσολόγοι αποκαλούμε «μορφολογία» τής γλώσσας). Είναι προπάντων η ικανότητα να σχηματίζεις συντακτικά και σημασιολογικά ορθές (δηλ. κατανοητές από τους άλλους ομιλητές) προτάσεις (ό,τι οι γλωσσολόγοι αποκαλούμε «σύνταξη» και «σημασιολογία»). Και, φυσικά, γραμματική είναι η ικανότητα να συνθέτεις τις προτάσεις σε ένα σύνολο (το «κείμενο»), που να έχει νοηματική και γλωσσική αλληλουχία («συνεκτικότητα» και «συνοχή»), ώστε να το καταλαβαίνουν οι συνομιλητές σου, ώστε να μπορείς δηλ. να επικοινωνήσεις με τους άλλους σωστά και αποτελεσματικά, σύμφωνα με τις προθέσεις που έχεις όταν μιλάς ή γράφεις για ένα θέμα («κεντρικό μήνυμα»). Γραμματική δηλ. είναι επίσης ό,τι οι γλωσσολόγοι αποκαλούμε «επικοινωνιακή» ή «κειμενική» ικανότητα. Γιατί, τελικά, η γλώσσα μας ως επικοινωνία δεν είναι ούτε μεμονωμένες λέξεις ούτε απλές προτάσεις. Είναι, πάνω απ’ όλα, κείμενο. Μιλάω μια γλώσσα σημαίνει ότι μπορώ να συντάσσω προφορικά ή και γραπτά κείμενα. Γραμματική, λοιπόν, είναι τα πάντα στη γλώσσα: δομές (μορφολογία), λειτουργίες (σύνταξη) και εφαρμοσμένη χρήση (επικοινωνία). Στη γραμματική ανήκει επίσης το φθογγικό σύστημα (φωνητική – φωνολογία), τα σημαίνοντα τής γλώσσας. Έξω από τη γραμματική μένουν μόνο οι λεξικές πληροφορίες, το λεξιλόγιο, το οποίο όμως υπόκειται σε κάθε μορφή χρήσης του στη γραμματική οργάνωση της γλώσσας.

     Αν όμως η γραμματική (με εξαίρεση το λεξιλόγιο) συμπίπτει με τη γλώσσα, πρέπει να μας απασχολήσουν δύο θέματα, αυτά ακριβώς που γεννούν και «τον φόβο τής γραμματικής»: η εκμάθηση και η εφαρμογή τής γραμματικής.

     Το να μάθω τη γραμματική τής γλώσσας μου σημαίνει, στην πραγματικότητα, το να περάσω ­ με τη διαδικασία τής διδασκαλίας τής γραμματικής ­ από την ασυνείδητη γνώση τής γλώσσας που έχουμε όλοι σε μια περισσότερο ή λιγότερο συνειδητή γνώση των συστατικών, τής λειτουργίας και των μηχανισμών τής γλωσσικής επικοινωνίας. Να γιατί η γλώσσα, για να συνειδητοποιηθεί, δηλ. για να γίνει αντικείμενο βαθύτερης, ουσιαστικής και συνειδητής γνώσης, πρέπει να διδαχθεί ­ όπως επιχειρείται ευτυχώς και στο σχολικό σύστημα τής χώρας μας ­ με τη δομολειτουργική και επικοινωνιακή μέθοδο. Άρα χρειάζεται μια συστηματική δουλειά στο σχολείο από δασκάλους και φιλολόγους που γνωρίζουν ποια είναι η δομή και η λειτουργία τής γλώσσας και πώς διδάσκεται με τη μέθοδο που αναφέραμε. Χρειάζονται επίσης ανάλογα βιβλία διδασκαλίας τής γλώσσας (τα υπάρχοντα έχουν ανάγκη από σημαντική βελτίωση). Και χρειάζεται ­ ως βιβλίο αναφοράς ­ μια σύγχρονη γραμματική που θα έχει συνταχθεί μ’ αυτό το πνεύμα και μ’ αυτή τη μέθοδο.

     Το κυριότερο είναι ότι η διδασκαλία τής γραμματικής πρέπει να εστιασθεί στο κείμενο και στη χρήση τής γλώσσας, στο να γίνουμε δηλ. ικανοί να παράγουμε και να κατανοούμε κείμενα, τον προφορικό και γραπτό μας λόγο. Κείμενα, όμως, που θα εξασφαλίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό μια ποιότητα γλωσσικής επικοινωνίας, την αξιοποίηση των σημασιοσυντακτικών μηχανισμών τής Ελληνικής και του πλούσιου σε δηλωτικότητα λεξιλογίου της.

     Συμπέρασμα. Όλοι γνωρίζουμε ασυνείδητα τη γραμματική τής γλώσσας μας· αυτό που λείπει και που προκαλεί τον οποιονδήποτε «φόβο τής γραμματικής» είναι η συνειδητοποίηση των γραμματικών μηχανισμών τής γλώσσας μας που μπορεί να επιτευχθεί με συστηματική, σύγχρονα οργανωμένη, διδασκαλία τής γλώσσας στο σχολείο και με αδιάκοπη ατομική προσπάθεια εξοικείωσής μας με καλλιεργημένο λόγο («πρότυπα κείμενα»). Φόβος για τη γραμματική δεν δικαιολογείται. Το ζητούμενο είναι να προσπαθήσουμε όλοι να αποκτήσουμε μια συνειδητή και ουσιαστική γνώση των μηχανισμών που προσφέρει η γλώσσα μας για μια καλύτερης ποιότητας επικοινωνία.

Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 11, 1/8/1999