Πόσο «κλασική» είναι η Αγγλική

* Η ευρύτατη κυριαρχία τής Αγγλικής οφείλεται κατά πολύ στο γεγονός τής λεξιλογικής της μείξεως, τού δανεισμού δηλαδή από άλλες, κυρίως κλασικές, γλώσσες

Στο τεύχος τού Σεπτεμβρίου τού 2001 τού Omnibus, περιοδικού οργάνου των κλασικών φιλολόγων τής Μ. Βρετανίας, δημοσιεύτηκε ένα ιδιαίτερα αποκαλυπτικό και σημαντικό άρθρο, τού οποίου την ύπαρξη είχε την ευγενή καλοσύνη να μου επισημάνει διά φωτοαντιγράφου ο εκλεκτός καθηγητής τής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Γιώργος Χριστοδούλου. Πρόκειται για ένα άρθρο τού πολύ γνωστού Αγγλου καθηγητή τής Γλωσσολογίας κ. David Crystal, με τον αινιγματικό τίτλο «Η Αγγλική ως κλασική γλώσσα» («English as a Classical language»). Στο άρθρο αυτό ο D. Crystal, συγγραφέας τού «Εγκυκλοπαίδεια τού Καίμπριτζ για την αγγλική γλώσσα», δείχνει ότι η Αγγλική είναι μια κλασική γλώσσα με την έννοια ότι πάνω από τα 2/3 τού λεξιλογίου της προέρχεται από δύο κλασικές γλώσσες, την Ελληνική και τη Λατινική. Φθάνει μάλιστα να υποστηρίξει το εκπληκτικό ότι «το συνολικό λεξιλόγιο από τις κλασικές γλώσσες στην Αγγλική σήμερα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο από το σύνολο των γνωστών λέξεων τής Αρχαίας Ελληνικής και τής Λατινικής μαζί»! (Ας σημειωθεί ότι με βάση το βρετανικό λεξικό «Oxford English Dictionary», αλλά και το αμερικανικό λεξικό «Merriam – Webster Third International» το σύγχρονο λεξιλόγιο τής Αγγλικής ανέρχεται περίπου σε 500.000 λέξεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η επιστημονική ορολογία πλην των πολύ ειδικών όρων). Διατρέχοντας το ηλεκτρονικό αρχείο τής ετυμολογίας τού «Oxford English Dictionary» στο διαδίκτυο, παρατηρεί ο D. Crystal, διαπιστώνεις ότι πάνω από 350 γλώσσες έχουν δώσει λέξεις στην Αγγλική! Ενώ ο ίδιος παρατηρεί ότι η Αγγλική δεν πήρε απλώς τη λέξη history («ιστορία») από την Ελληνική, αλλά έπλασε και συστάδα ομορρίζων λέξεων: historic(al), historian, prehistoric, unhistorical κ.ά.!

Μένοντας λίγο περισσότερο σ’ αυτή την «ποσοτική προσέγγιση» των δανείων τής Αγγλικής από την Ελληνική, στο πολύ ενδιαφέρον έως αποκαλυπτικό (παρά κάποιες αδυναμίες του) λεξικό τού (αυτοδίδακτου) κ. Αριστείδη Κωνσταντινίδη με τίτλο «Η οικουμενική διάσταση τής ελληνικής γλώσσας» (Θεσσαλονίκη 2001) βρίσκουμε ότι σε σύνολο 166.724 λέξεων τής Αγγλικής ποσοστό περ. 30% (50.747 λέξεις) είναι ελληνικής προελεύσεως λέξεις (42.914) ή με ελληνικό α’ ή β’ συνθετικό (7.833). Το ποσοστό αυτό είναι ακόμη μεγαλύτερο, όπως προκύπτει από το ίδιο λεξικό, στην ιατρική ορολογία (24.862 «αμιγείς» ελληνικές λέξεις στις 46.251 τής Αγγλικής) και στην επιστημονική και τεχνική ορολογία (11.366 ελληνικές λέξεις στις 25.487 τής Αγγλικής).

Αντίθετα μάλιστα προς ό,τι συνήθως πιστεύεται, ο Crystal φαίνεται να συμμερίζεται την άποψη ότι η ευρύτατη κυριαρχία τής Αγγλικής οφείλεται κατά πολύ στο γεγονός τής λεξιλογικής της μείξεως, τού δανεισμού δηλαδή από άλλες, κυρίως κλασικές, γλώσσες που καθιστά την Αγγλική γνώριμη και αποδεκτή από ομιλητές άλλων γλωσσών και που λειτουργεί ως πηγή για μεγάλο μέρος τής ζωτικότητάς της.

Ο Crystal δίνει στο κλασικό λεξιλόγιο μια άλλη διάσταση. Το βλέπει ως «ενοποιητική ιστορική παράδοση» τής Ευρώπης, φέρει δε εις το προσκήνιο τον όρο «Ευρωελληνική» (και «Ευρωλατινική»), τον οποίο έπλασε ο Alan Kirkness, θέλοντας μ’ αυτόν να δηλώσει ότι η (αρχαία) Ελληνική εξακολουθεί να λειτουργεί ως ζωντανή γλώσσα τής Ευρώπης. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η παρατήρηση τού Crystal ότι «οι κλασικές γλώσσες συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται (στην Αγγλική) ως δυναμική πηγή νέων λέξεων, ως πηγή λεξιλογικής δημιουργίας […] είναι εκπληκτικό να βλέπεις πόσο στηριζόμαστε ακόμη στη Λατινική και την Ελληνική, για να μιλήσουμε για οντότητες και γεγονότα που βρίσκονται στην καρδιά τής σύγχρονης ζωής». Και αναφέρει ως παράδειγμα το πλήθος σύνθετων και παράγωγων λέξεων που σχηματίζονται στην Αγγλική με το cyber- («κυβερνο-»): cyberconnection, cybercraft, cybermail, cybernetic, cyberport, cyberstore, cybertown, cyberrights, cyberliberties κ.ά. Το ίδιο με τα mega- (megamathematics, megapage, megasearch, megagame, megalinks, megazone, megasite κ.ά.), nano-, tele-, techno- κ.ά.

Θα ήταν ενδιαφέρον να ξανασυζητήσει κανείς τι σημαίνει «νεκρή» γλώσσα. Είναι οι κλασικές γλώσσες, η (αρχαία) Ελληνική και η Λατινική, νεκρές γλώσσες; Με την έννοια ότι αυτούσιες δεν ομιλούνται πλέον, θα μπορούσε κανείς – πράγμα που γίνεται συχνά – να τις χαρακτηρίσει «νεκρές» γλώσσες. Αυτό όμως έχει δύο προβλήματα: α) Είναι πράγματι «νεκρή» η αρχαία ελληνική γλώσσα, όταν με αναμφισβήτητες μεταβολές που έχει υποστεί αλλά χωρίς καμιά διακοπή στη χρήση της συνεχίζει να χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα; β) Γλώσσα όπως η Ελληνική, που συνεχίζει να τροφοδοτεί τις ευρωπαϊκές γλώσσες και που ως λεξιλογικό δυναμικό εξακολουθεί να χρησιμοποιείται τόσο δημιουργικά και σε τέτοια έκταση λέξεων σε σύγχρονες γλώσσες όπως η Αγγλική, μπορεί να χαρακτηρισθεί ως «νεκρή»; Και τότε τι διαφέρει η Ελληνική – η παρατήρηση είναι τού Alan Kirkness – από τη Χεττιτική, την Ιβηρική ή την Ετρουσκική «που αυτές είναι πραγματικά νεκρές»; Χρειαζόμαστε νέους περιγραφικούς όρους, είναι το συμπέρασμα, για να δηλώσουμε τέτοιες καταστάσεις. Ο όρος living dead («ζωντανή νεκρή») θα ήταν εντάξει, λέει ο D. Crystal, αν δεν είχε χρησιμοποιηθεί (στην Αγγλική) για ταινίες τρόμου με βαμπίρ! Η πρόσκληση και πρόκληση μαζί τού Crystal – που γίνεται και με τη μορφή διαγωνισμού από το περιοδικό Omnibus – είναι η εξής: «Μπορείτε να επινοήσετε (για το living dead) ένα νέο επίθετο, που να δηλώνει όσο γίνεται καλύτερα τον δυναμικό, ζωογόνο ρόλο που εξακολουθούν να παίζουν οι κλασικές γλώσσες τον 21ο αιώνα; Χρησιμοποιώντας, φυσικά, κάποια λέξη που να προέρχεται από τις κλασικές γλώσσες».

Το Βήμα: Νέες Εποχές, σ. 57, 24/3/2002