Επιστημονική ετυμολογία των λέξεων.

    Στο κείμενό μου («Το Βήμα» 20ής Ιουλίου) σχετικά με την ορθογραφία ορισμένων λέξεων (κτήριο, καλύτερος, αφτί, αβγό κ.λπ.) είχα εξηγήσει ποια είναι η επιστημονική ετυμολογία η οποία υπαγορεύει και την ορθογραφία των λέξεων αυτών. Και φυσικά ανέφερα την ετυμολογία που δίδαξαν μεγάλοι γλωσσολόγοι (Χατζιδάκις, Ανδριώτης, Τριανταφυλλίδης κ.ά.) σύμφωνα με τις αρχές της επιστήμης της ιστορικοσυγκριτικής γλωσσολογίας, αυτήν που θα βρει κανείς σε έγκυρα Λεξικά, όπως το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας ή το πρόσφατο λεξικό του καθηγ. κ. Εμμ. Κριαρά, αυτήν που θα βρει ο αναγνώστης στο κατ’ εξοχήν έγκυρο, επιστημονικό και ειδικό για την ετυμολογία της νεοελληνικής γλώσσας λεξικό, το Ετυμολογικό λεξικό του αείμνηστου καθηγ. Ν. Ανδριώτη. Δεν εξέφρασα δικές μου απόψεις στο άρθρο μου, γιατί οι ετυμολογίες αυτές, που ρυθμίζουν και την ορθή γραφή των αντιστοίχων λέξεων, αποτελούν «τρέχον νόμισμα» για τους γλωσσολόγους και τους ενημερωμένους φιλολόγους, αποτελούν δηλ. γνωστά πράγματα τουλάχιστον σε εκείνους που ενδιαφέρονται να ανατρέξουν στα κατάλληλα βοηθήματα και να ξέρουν τι γράφουν και γιατί το γράφουν. Σκόπιμα δε στο άρθρο μου διάλεξα και αναφέρθηκα σε μερικές ετυμολογικές ορθογραφίες που ξενίζουν τους παλαιοτέρους ακόμη και σήμερα (αβγό, αφτί, κτήριο, καλύτερος, αλλιώς, βρόμα, παλιός, πιρούνι, γλείφω κ.ά.), τιτλοφορώντας μάλιστα γι’ αυτό το άρθρο μου «Προκλητικές ορθογραφίες λέξεων». Κύριος σκοπός του κειμένου μου ήταν να δείξω ότι το να γράψεις λ.χ. αβγό με -β- ή καλύτερος με -υ- δεν είναι ζήτημα δημοτικής ή καθαρεύσουας (όπως δυστυχώς και ίσως σκόπιμα από κάποιους θεωρήθηκε παλιότερα), αλλά θέμα επιστημονικό ­ ανάλογη, άλλωστε, πρακτική ακολουθείται και σε άλλες γλώσσες.

    Παίρνοντας αφορμή από το κείμενό μου, η κυρία Αννα Τζιροπούλου – Ευσταθίου, φιλόλογος, επαναφέρει («Το Βήμα», 31.8.97) δυστυχώς γνωστές παλαιότερες απόψεις, που έχουν προ πολλού αναθεωρηθεί από την επιστήμη, πράγμα που δεν φαίνεται να γνωρίζει η κυρία Τζιροπούλου – Ευσταθίου, καίτοι φιλόλογος. Γιατί το να «απορρίπτεις» εμπειρικά ή με αφελή «επιχειρήματα» τις επιστημονικές θέσεις του Χατζιδάκι, του Ανδριώτη ή του Τριανταφυλλίδη και άλλων μεγάλων γλωσσολόγων καθώς και της πλειάδος των ειδικών του Ιστορικού Λεξικού της Ακαδημίας, που όλοι απέδειξαν εσφαλμένες τις παλαιότερες απόψεις τις οποίες «ανακαλύπτει» η κυρία Α. Τζ., εκτός από την άγνοια και τον επιστημονικό αναχρονισμό, είναι σύμπτωμα των καιρών μας όπου ερασιτέχνες καλούνται να υποκαταστήσουν τους ειδικούς (γιατρός λ.χ. στην κρατική ΕΤ2 «αναλύει» εβδομαδιαίως τις ρίζες και την ετυμολογία των λέξεων της Ελληνικής, άλλοτε χρησιμοποιώντας αναξιόπιστες σήμερα πηγές και άλλοτε παρανοώντας ­ ελλείψει γνώσεων ­ αυτά που αντλεί από έγκυρες πηγές! Κάθεται, αλήθεια, ο καλός γιατρός της ΕΤ2 να εγχειρισθεί από γλωσσολόγο ή φιλόλογο; Ετσι, για να ξέρουμε τι κάνουμε…). Τα γραφόμενα από την κυρία Α. Τζ. ενδιαφέρουν περισσότερο γιατί αντιπροσωπεύουν το φαινόμενο του ανενημέρωτου γλωσσολογικά φιλολόγου («ανημέρωτου» λένε μερικοί!..) που έχει επιπτώσεις στην όλη ποιότητα της παιδείας μας, όταν έχουμε να κάνουμε με (λίγους ευτυχώς) φιλολόγους οι οποίοι από άγνοια (δεν τα έχουν διδαχθεί στο Πανεπιστήμιο) ή αδιαφορία διδάσκουν άλλα αντί άλλων. Τέτοια φαινόμενα φέρνουν την επιστήμη από τον 21ο αιώνα στην προεπαναστατική Ελλάδα των αρχών του 19ου αιώνα και ακόμη παλαιότερα.

    1. Η λέξη αφτί. Η κυρία Α. Τζ. «ξεθάβει» την, πριν από την εμφάνιση της γλωσσικής επιστήμης, άποψη του Κοραή (του 1804) ότι δήθεν το αφτί προήλθε από (αμάρτυρο) τύπο αυτίον, υποκοριστικό του δωρικού τ. αυς, αυτός (η λ. αυς μαρτυρείται στον Ησύχιο). Η άποψη αυτή είναι βεβαίως γνωστή 100 χρόνια πριν από την κυρία Τζιροπούλου σ’ αυτούς, οι οποίοι και απέδειξαν ότι είναι εσφαλμένη. Αυτοί είναι ο Κ. Foy (1870), ο Γ. Χατζιδάκις (1907), ο Ρ. Kretschmer (1905), ο Μ. Τριανταφυλλίδης (1913 και 1943), το Ιστορικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών (1933) κ.ά. Ποιο είναι το μείζον θέμα που τίθεται υπό τέτοιες εσφαλμένες και ανιστόρητες ετυμολογήσεις, για το οποίο η φιλόλογος φαίνεται τελείως ανυποψίαστη; Μα, η λεγόμενη «αιολοδωρική θεωρία», σύμφωνα με την οποία η Νέα Ελληνική προήλθε απευθείας από την αρχαία αιολική και την αρχαία δωρική! ­ χωρίς τη μεσολάβηση δηλ. της Αττικής και της προέκτασής της βυζαντινής!.. Ε, λοιπόν, ο Χατζιδάκις απέδειξε ­ και είναι από τα τέλη του περασμένου αιώνα κοινά αποδεκτό ­ ότι η νεοελληνική γλώσσα μέσω της βυζαντινής ανάγεται στην ελληνιστική Κοινή, που είναι εξέλιξη της αρχαίας αττικής διαλέκτου, αλλιώς ανοίγουμε ένα χάσμα 12 αιώνων στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας! Πώς θα πάμε λοιπόν απευθείας στον δωρικό τύπο αυς; Από τη Δωρική έγινε η Νέα Ελληνική; Και το ωτιν που έχει σωθεί στις ελληνικές αρχαιοπινείς διαλέκτους του Πόντου και της Καππαδοκίας, πού βρέθηκε; Δεν είναι από το αττικό ωτίον; Το αττικό ωτίον είναι, όπως εξήγησαν οι γλωσσολόγοι που αναφέραμε, αυτό το οποίο έδωσε και τον τύπο αφτί (τα ωτία>ταουτία>ταφτία>τ’ αφτί). Δεν άνοιξε η καλή φιλόλογος το Λεξικό του Ανδριώτη να δει τι συμβαίνει; Και επιτρέπεται στο τέλος του 20ού αιώνα να διδάσκει ο φιλόλογος τις εμπειρικές ετυμολογίες των αρχών του 19ου αιώνα; Για να εντυπωσιάσει προφανώς και να πείσει για τις ετυμολογίες που ανασύρει από το παρελθόν η κυρία Α. Τζ. παραπέμπει στο «έγκριτο Λεξικό των Liddell και Scott». Αγνοεί όμως ποια είναι η έγκυρη έκδοση του L.-S. στην οποία πρέπει να παραπέμψει! Αγνοεί δηλ. την έκδοση του 1940 (την ενάτη), όπως αγνοεί και την έκδοση του 1996 (με ενσωματωμένες διορθώσεις, βελτιώσεις κ.λπ.)! Στις εκδόσεις αυτές δεν υπάρχει, φυσικά, τέτοια ετυμολογία. Και πού παραπέμπει; Στην ελληνική έκδοση του 1900 που είναι μετάφραση της 7/8ης έκδοσης του L.-S. του 1897! Εκεί οι Ελληνες μεταφραστές ­ όχι φυσικά το L.-S. ­ έχουν περιλάβει απλώς την ετυμολογία του Κοραή. Αυτό το προβάλλει η κυρία Α. Τζ. ως επικρότηση της ετυμολογίας του Κοραή από το L.-S.! Πλήρης σύγχυση με το ελαφρυντικό της γλωσσολογικής άγνοιας…

    2. Η λέξη αβγό. Εδώ η γλωσσολογική άγνοια φθάνει στο κορύφωμά της. Αποφαίνεται η κυρία Α. Τζ. δογματικά ότι «ο τύπος αβγό είναι λάθος» και ανυποψίαστη εξηγεί ότι το υ στο αυγό προέρχεται από το αρχαίο δίγαμμα (F): ωFόν>αυγό. Και η μεν αρχαία λ. ωόν (με υπογεγραμμένη) προήλθε πράγματι από αρχικό τ. ωFόν. Αλλά δεν διερωτάται η ευλογημένη το α τού αβγό πού βρέθηκε; Και το -γ- τού αβγό από πού βγήκε; Και αφού το F σιγήθηκε στην Ιωνική – Αττική από τους προκλασικούς χρόνους και έδωσε το αττικό ωόν, πώς ξαναφύτρωσε και έδωσε το υ; Σε τέτοια ατοπήματα πέφτει όποιος μιλάει για πράγματα που δεν γνωρίζει. Ο Χατζιδάκις εξήγησε με συστηματικό τρόπο τι συνέβη: τα ωά > ταουά > ταγουά > ταβγά > τ’ αβγό. Ήδη δε από το 1907 (90 χρόνια πριν από την κυρία Α. Τζ.) προσπάθησε να αποτρέψει τέτοιες αγλωσσολόγητες εμπειρικές απόψεις όπως ότι το F έγινε υ, γράφοντας ειδικά γι’ αυτό το θέμα: «και περί του F ανάγκη να γίνη εκτενής λόγος, το μεν διότι μεγάλη κατάχρησις αυτού εγένετο υπό των ερασιτέχνων [κατά τον Χατζιδάκι η λ. είναι ο ερασίτεχνος], ετυμολογούντων τας λέξεις της ημετέρας Ελληνικής και πολλά άτοπα και πλημμελή περί τούτου προηνέχθησαν, τούτο δε διότι η εξήγησις των τυχών αυτού μέγα συμβάλλεται εις το ζήτημα περί της καταγωγής της νέας Ελληνικής» [αν προέρχεται δηλ. από την Αττική ή από τη Δωρική και την Αιολική] («Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνική», τ. Β’, σελ. 316). Ο Τριανταφυλλίδης μάλιστα παρατηρεί (Νέα Εστία 33, 1943, σ. 304) ότι τέτοιες γραφές με υ αντί β ή φ «είχαν απλοχωρέσει, εντελώς αδικαιολόγητα, ίσως και από ορθογραφικό αρχαϊσμό, στο σταύλος αντί για στάβλος (από το λατ. stab(u)lum), καυγάς αντί για καβγάς (από το τουρκ. kavga), ακόμη και στο εύγα [= έβγα], εύγαζα [= έβγαζα], εσκεύθηκε [= εσκέφθηκε] […], που τη βρίσκομε στον Κοραή ή στον Βηλαρά, ακόμη και στον Τερτσέτη».

    3. Η λέξη βρόμα. Ο Χατζιδάκις (Γλωσσολογικαί Ερευναι, Β, 1977, σ. 259) έχει διδάξει ότι αν το βρόμα ήταν από το ουδέτερο βρώμα, -ατος, όπως νόμιζαν παλιότερα, θα έδινε βρωματίζω και όχι βρομώ (πβ. κέρμα – κερματίζω, όνομα – ονοματίζω). Επίσης, αν προήλθε από το εκκλησ. «βρώμα και δυσωδία», ρωτά πώς θα είχε τόσα σύνθετα και παράγωγα, αφού οι εκκλησιαστικές λέξεις που μπαίνουν στην ομιλία παραμένουν ως έχουν. Τέλος, επισημαίνει «και το σπουδαιότατον, πώς συμβαίνει [αφού η λέξη προέρχεται από την Κ.Δ.] να ευρίσκηται η λέξις ήδη προ Χριστού εν τη Π.Δ. και βραδύτερον παρά Φρυνίχω επί της δυσωδίας;». Αρα το αρχ. βρόμος είναι που μαζί με τον κρότο δήλωσε «και την εκ τινων ψόφων προερχομένην κακήν οσμήν», απ’ όπου και το ρ. βρομώ.

    Το αλλιώς από το μεσαιωνικό αλλέως/αλλεώς η κυρία Α. Τζ. δεν το δέχεται γιατί «τύπος αλλέως […] είναι ανύπαρκτος στην ελληνική γλώσσα, την κλασική», γι’ αυτό πρέπει να γράφουμε αλλοιώς (από το αλλοίος). Αρα η μεσαιωνική Ελληνική, από την οποία προήλθε με φυσική εξέλιξη και συνέχεια η νέα Ελληνική, είναι ανύπαρκτη και απορριπτέα! Μόνο η κλασική Ελληνική μπορεί να εξηγήσει τη νεοελληνική! Χωρίς να το ξέρει ­ δεν φαίνεται να γνωρίζει τίποτε από τη σχετική βιβλιογραφία ­ η κυρία Α. Τζ. μάς ξαναφέρνει πίσω στην άποψη του, σοφού κατά τα άλλα, Κοραή και του Αθ. Χριστόπουλου για την απευθείας σύνδεση της Ν. Ελληνικής με την αρχαία περί της οποίας έγινε λόγος στην αρχή. Τίθεται λοιπόν ζήτημα καταγωγής της Νέας Ελληνικής και αμφισβητείται αναπόφευκτα η συνέχεια της Νέας Ελληνικής. Να, πού οδηγούν τέτοιες πρόχειρες και ξεπερασμένες ετυμολογίες και ορθογραφίες, που άκριτα επαναλαμβάνει η κυρία Α. Τζ.

    Ως προς το καλύτερος που το θέλει με -ι- (καλλίτερος) η κυρία Α. Τζ., διότι τάχα είναι από το καλλίων (!), δεν σκέφτηκε τι θ’ απαντήσει στους μαθητές της όταν θα την ρωτήσουν: «Μα, κυρία, τότε πώς θα γράψουμε τα συγκριτικά μεγαλύτερος, κοντύτερος, χοντρύτερος, αρχύτερα και πρωτύτερα, που δεν έχουν αρχαίους τύπους; Αυτά δεν είναι τα ίδια; Ετσι γράφει η γραμματική μας». Κι αν της φέρει κανένα παιδάκι το Λεξικό του Ανδριώτη ή (αυτό είναι ευτυχώς για την κυρία Α. Τζ. δύσκολο) τα «Μεσαιωνικά και Νέα Ελληνικά» του Χατζιδάκι και της δείξει ότι όλα αυτά έχουν σχηματιστεί αναλογικά προς τα συγκριτικά σε -ύτερος των επιθέτων σε -υύ (παχύς – παχύτερος, βαθύς, βαθύτερος κ.λπ.), τότε τι θα λέει;
Θέλει επιστήμην και μέθοδον η ετυμολογία.

 

Το Βήμα: Νέες εποχές, σ. 2, 21/9/1997