Από τον λογιωτατισμό στη δημοτική

  Στη διαδρομή των αιώνων ο εικοστός αιώνας έχει αντικειμενικώς τα στοιχεία που τον κάνουν να ξεχωρίζει εμφανώς σε πολλούς τομείς, κατεξοχήν δε στη γλώσσα, για τις εξελίξεις που σημειώθηκαν στην Ελληνική από το 1900 έως και το 2000. Οι εξελίξεις αυτές έχουν τη μορφή μεταβολών μέσα στην ίδια τη δομή τής γλώσσας μας (λεξιλόγιο, γραμματική, σύνταξη, εκφορά τής Ελληνικής) ή παίρνουν τη μορφή κοινωνικοπολιτικών και άλλων παραγόντων και γεγονότων που επηρέασαν ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, σφράγισαν την υφή και την πορεία τής ελληνικής γλώσσας (λύση τού γλωσσικού ζητήματος, επιστημονική μελέτη τής Νεοελληνικής, μεταβολές στη διδασκαλία και στην αντίληψη της γλώσσας, αλλαγή γλωσσικών προτύπων, ανάλυση τής Νεοελληνικής με ηλεκτρονικούς υπολογιστές κ.λπ.). Θα αναφερθούμε αρχικά στους γενικούς παράγοντες που άλλαξαν την πορεία τής ελληνικής γλώσσας, για να εξετάσουμε εν συνεχεία και σε πολύ αδρές γραμμές τις μεταβολές και εξελίξεις που επηρέασαν τη δομή τής Νέας Ελληνικής.

Α. Γενικές εξελίξεις
Ο εικοστός αιώνας είναι ο αιώνας που για πρώτη φορά η ελληνική γλώσσα μελετάται σύμφωνα με τις αρχές τής νέας για την Ελλάδα επιστήμης τής Γλωσσολογίας και από Έλληνες επιστήμονες γλωσσολόγους. Είναι επίσης ο αιώνας που για πρώτη φορά διδάσκεται στην ελληνική σχολική εκπαίδευση η κοινή νέα ελληνική γλώσσα, η δημοτική. Είναι ο αιώνας κατά τον οποίο κυριαρχεί το γλωσσικό ζήτημα ως πρωταρχικής σημασίας θέμα για την Παιδεία, την κοινωνία, την επιστήμη, τη διοίκηση, για την όλη φυσιογνωμία και εξέλιξη τής Ελλάδος. Μεγάλο διάστημα αυτού τού αιώνα καταλαμβάνει η σύγκρουση των υποστηρικτών τής λόγιας γλωσσικής παράδοσης (καθαρεύουσας) με τους οπαδούς τής προφορικής γλωσσικής παράδοσης (δημοτικής), διχάζοντας πολλούς Έλληνες σε δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Είναι όμως και ο αιώνας που το γλωσσικό βρίσκει τη λύση του με πολιτικές αποφάσεις, συμπαρασύροντας τελικά και το θέμα τού τονισμού τής ελληνικής γλώσσας, που για πρώτη φορά τέθηκε και αντιμετωπίστηκε (πάλι με πολιτικές αποφάσεις) μέσα στον εικοστό αιώνα. Ενα άλλο πολιτικό γεγονός, η ένταξη τής Ελλάδος στην Ενωμένη Ευρώπη, επηρεάζει και τη γλώσσα. Το ίδιο συμβαίνει με τη δυναμική παρουσία των ΜΜΕ στην ελληνική κοινωνία καθώς και με την εφαρμογή τής τεχνολογίας των Η/Υ στον τομέα τής γλώσσας.

Επιστημονική μελέτη τής Ελληνικής. Με την ίδρυση τής γλωσσικής επιστήμης στην Ελλάδα τον εικοστό αιώνα, η μελέτη τής Ελληνικής περνάει από το εμπειρικό στο επιστημονικό στάδιο και διαλύονται παλιότερες πλάνες (ιδίως τού 19ου αιώνα): α) η πλάνη ότι η νέα ελληνική γλώσσα προέρχεται απευθείας από την αρχαία αιολική και δωρική διάλεκτο· στον εικοστό αιώνα εδραιώνεται η θέση ότι η Νέα Ελληνική αποτελεί συνέχεια τής προφορικής Ελληνικής των Βυζαντινών, η οποία προέρχεται από την Αλεξανδρινή Κοινή που, με τη σειρά της, αποτελεί ενοποιημένη και απλουστευμένη μορφή τής αρχαίας αττικής διαλέκτου· β) η πλάνη ότι η δημοτική γλώσσα (όπως ισχυρίζονταν πολλοί από τον χώρο τής καθαρεύουσας) δεν έχει γραμματική. Ο Μ. Τριανταφυλλίδης και άλλοι απέδειξαν ότι η δημοτική ή κοινή νέα ελληνική γλώσσα, όπως κάθε γλώσσα που μιλιέται στον κόσμο, έχει τη δική της φωνολογική και μορφολογική δομή, δηλ. τη γραμματική της και, φυσικά, όπως φάνηκε από το πολύτιμο έργο τού Αχιλλέα Τζαρτζάνου, τη σύνταξή της. Εξάλλου, μέσα στον εικοστό αιώνα είδαν το φως τα πρώτα αξιόλογα λεξικά τής γλώσσας μας (ιστορικό λεξικό Ακαδημίας Αθηνών ­ ημιτελές ­, λεξικό Δημητράκου, Πρωίας, Σταματάκου, Τεγόπουλου – Φυτράκη, Κριαρά, Μπαμπινιώτη, Ιδρύματος Τριανταφυλλίδη, το ειδικό ετυμολογικό λεξικό τού Ανδριώτη και το αντίστροφο λεξικό τού Κουρμούλη). Στα τέλη τού ίδιου αιώνα συνέχισαν να εμφανίζονται έργα σημαντικά για την περιγραφή τής γλώσσας μας (γραμματικές Τσοπανάκη, Κλαίρη – Μπαμπινιώτη κ.ά.) και πλήθος αξιόλογων γλωσσικών μελετών τής νεοελληνικής γλώσσας. Έτσι άλλαξε όλο το σκηνικό τής επιστημονικής αντιμετώπισης και υποστήριξης τής δημοτικής γλώσσας, η οποία από τη δεκαετία τού ’70 πέρασε να αποτελέσει την επίσημη γραπτή και προφορική έκφραση των Ελλήνων.

Γλωσσικό ζήτημα. Η εξέλιξη που σφράγισε τον εικοστό αιώνα έναντι των προηγηθέντων είκοσι αιώνων είναι ότι ο αιώνας αυτός συνδέθηκε με τη λύση τού γλωσσικού ζητήματος. Το 1976 η Κυβέρνηση Κ. Καραμανλή με υπουργό Παιδείας τον Γ. Ράλλη καθιέρωσε τη νεοελληνική ή «δημοτική άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων» ως επίσημη γλώσσα τής Εκπαίδευσης και τής Διοίκησης. Έτσι αναγνωρίστηκε πολιτικά μια εξέλιξη, που είχε ήδη προχωρήσει στη γλώσσα των ΜΜΕ, από παλιά στη λογοτεχνία, στον πολιτικό λόγο και σε ευρύ γενικώς φάσμα τής προφορικής αλλά και τής γραπτής επικοινωνίας. Η σημασία τής αλλαγής αυτής, πραγματικά ιστορικής, που θα ξεχωρίζει πάντοτε τον εικοστό από τους προηγούμενους και τους επόμενους αιώνες, επηρέασε και την όλη μορφή τής νέας ελληνικής γλώσσας, αφού από τότε προσέλαβε τον χαρακτήρα μιας αστικής γλώσσας και γλώσσας τής εξουσίας, γεγονός που άλλαξε το ύφος τής δημοτικής γλώσσας: έγινε συχνά άκαμπτο, τεχνοκρατικό, συγκαλυπτικό, αλλά μαζί και ευέλικτο, πολύσημο και πολυεπίπεδο, εγκαταλείποντας την «αγνότητα» και την αμεσότητα τού λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού λόγου (θεάτρου, τραγουδιού) που είχε παλιότερα. Η πολιτική λύση τού γλωσσικού άνοιξε τον δρόμο και για μια άλλη πολιτική ρύθμιση που άλλαξε τη γραπτή μορφή των λέξεων τής Ελληνικής, εννοώ την καθιέρωση τού μονοτονικού με την κατάρτιση τής περισπωμένης και των πνευμάτων (δασείας – ψιλής). Αν σκεφθεί κανείς ότι τα τονικά σημεία συνόδευσαν τη γραφή των λέξεων τής Ελληνικής επί είκοσι περίπου αιώνες και οπωσδήποτε από τον 9/10ο αιώνα μ.Χ. (από τη γενίκευση τής μικρογράμματης γραφής), θα αντιληφθεί το μέγεθος τής αλλαγής που επήλθε στη γραπτή παράσταση τής Ελληνικής. Μολονότι δε η διάκριση οξείας και περισπωμένης ή η δήλωση τής δασείας και τής ψιλής δεν είχαν ­ ήδη από τότε που επινοήθηκαν ­ και πολύ περισσότερο δεν έχουν σήμερα άμεση σχέση με την προφορά τής γλώσσας μας, δεν έχουν δηλ. λειτουργική αξία, για πολλούς Έλληνες ­ ιδίως αυτούς που είχαν συνηθίσει να γράφουν με πολυτονικό ­ αποτελούν αχώριστο συστατικό τής μορφής τής λέξης, το οποίο αφαιρούμενο αλλοιώνει, στην αισθητική τους αντίληψη, το οπτικό ίνδαλμα των λέξεων.

Γλώσσα τής Εκπαίδευσης. Αυτό που άλλαξε την πορεία τής Ελληνικής και που δεν έχει εκτιμηθεί όσο πρέπει είναι η εισαγωγή τής διδασκαλίας τής Νεοελληνικής (δημοτικής) στα δημοτικά σχολεία. Αυτό συνέβη για πρώτη φορά το 1917 με πρωτοβουλία τού Ελευθερίου Βενιζέλου. Ωστόσο, η γενίκευση τής διδασκαλίας τής δημοτικής στην Εκπαίδευση γίνεται πενήντα χρόνια αργότερα (αφού έχουν μεσολαβήσει πολλές διαδοχικές αλλαγές στη διδασκαλία τής γλώσσας στην Εκπαίδευση) με την Κυβέρνηση Κ. Καραμανλή, ο οποίος φιλοδόξησε να συνδέσει το όνομά του, κατά το πρότυπο τού Ελευθερίου Βενιζέλου, με την ιστορική απόφαση για την καθιέρωση τής δημοτικής και την επίλυση ενός μείζονος προβλήματος. Είναι ευτύχημα δε ότι δεν προχώρησε (όπως αποκάλυψε πριν από μερικούς μήνες «Το Βήμα») στη χρήση τού λατινικού αλφαβήτου, γεγονός που θα αμαύρωνε, αν εφαρμοζόταν, την ιστορική απόφαση για την επισημοποίηση τής δημοτικής, που θα παρασυνδεόταν με το λατινικό αλφάβητο άστοχα και επικίνδυνα. Το εγχείρημα αποτράπηκε, όπως διαβάσαμε στο «Βήμα», από την αντίδραση των Κ. Τσάτσου και Ευ. Παπανούτσου. Η συστηματική διδασκαλία τής Νεοελληνικής με νέα βιβλία και νέα σύγχρονη μέθοδο (την επικοινωνιακή, που προϋποθέτει παράλληλη διδασκαλία τής δομής και τής λειτουργίας τής γλώσσας), η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του ’80 συνετέλεσε κατά πολύ στην εδραίωση τής ευρύτερης χρήσης τής δημοτικής μέσα από τη σχολική διδασκαλία.
Γλωσσική τεχνολογία. Τα τελευταία χρόνια, η γενικότερη «έκρηξη» στη χρήση των ηλεκτρονικών υπολογιστών πέρασε και στη γλώσσα. Αρκετά προγράμματα έχουν ήδη εκπονηθεί, στα οποία αναλύεται η ελληνική γλώσσα σε διάφορα επίπεδα (γραμματικό, λεξιλογικό, συντακτικό, ορθογραφικό κ.ά.). Το σημαντικό είναι ότι ο εικοστός αιώνας βρήκε την ελληνική γλώσσα να έχει περάσει σε αυτή την τεχνολογία, η οποία είναι βέβαιο ότι θα αλλάξει στο μέλλον τη μέθοδο διδασκαλίας τής γλώσσας στο σχολείο και θα αποτελέσει σύντομα χρήσιμο βοήθημα για τον Έλληνα που θα θελήσει να αξιοποιήσει αυτή την τεχνολογία στη σύνταξη περισσότερο προσεγμένων γλωσσικών κειμένων.

Β. Αλλαγές στη γλώσσα
Οι εξελίξεις που αναφέραμε είναι μερικοί από τους κυριότερους παράγοντες που επηρέασαν ή πλαισίωσαν μεταβολές, οι οποίες συνέβησαν στην ελληνική γλώσσα τον εικοστό αιώνα. Βλέποντας ειδικότερα την ελληνική γλώσσα μέσα στον εικοστό αιώνα, πρέπει πρώτα απ’ όλα να επισημάνουμε την κατίσχυση τής κοινής Νέας Ελληνικής εις βάρος των ιδιωμάτων και των διαλέκτων τής Ελληνικής που τον αιώνα αυτόν γνώρισαν ραγδαία υποχώρηση ­ με εξαίρεση την κυπριακή διάλεκτο. Αυτό οφείλεται στην ευρύτερη διάδοση τής Κοινής (δημοτικής) Ελληνικής διά των ηλεκτρονικών κυρίως μέσων ενημέρωσης (τηλεόραση, ραδιόφωνο) αλλά και των έντυπων (εφημερίδες, περιοδικά), τα οποία έφεραν την κοινή γλώσσα σε κάθε γωνιά τής ελληνικής γης, παράλληλα προς τη συγκέντρωση όλο και μεγαλύτερων πληθυσμιακών ομάδων σε μεγάλα ή μεγαλύτερα αστικά κέντρα. Η αυξανόμενη επίδοση τής χρήσης τής Κοινής (δημοτικής) το δεύτερο ήμισυ τού εικοστού αιώνα, με αποκορύφωμα τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια, οδήγησε τη γλώσσα σε μια μεγαλύτερη απλούστευση τής γραμματικοσυντακτικής δομής της, όπως συμβαίνει σε κάθε διεύρυνση τής χρήσης μιας γλώσσας ως κοινής (είτε και ως δεύτερης) γλώσσας. Οι αλλαγές που υπέστη η ελληνική γλώσσα μέσα στον εικοστό αιώνα είναι φανερές, αν συγκρίνει κανείς ένα κείμενο τού α’ ή β’ τέταρτου τού αιώνα γραμμένο στην καθαρεύουσα με ένα κείμενο τού τελευταίου τέταρτου τού αιώνα γραμμένο στη δημοτική ­ ένα πολιτικό άρθρο εφημερίδας λ.χ., ένα δημόσιο έγγραφο ή μια μαθητική έκθεση ιδεών. Το κείμενο στη νεοελληνική γλώσσα έχει εγγενώς μια απλότητα και αμεσότητα στην έκφραση, έτσι που να έχει καλύτερο επικοινωνιακό αποτέλεσμα σε σύγκριση με ένα κείμενο γραμμένο στην καθαρεύουσα. Η γνώση τής καθαρεύουσας προϋπέθετε μακρά επαφή με λόγια κείμενα που συχνά δεν υπήρχε με συνέπεια να παράγονται κείμενα στομφώδη, μειωμένης εκφραστικότητας και αμεσότητας και περιορισμένης, γι’ αυτό, επικοινωνιακής δυνάμεως. Φυσικά, δεν αναφερόμαστε εδώ σε σχετικά λίγους καλλιεργημένους ανθρώπους, εξοικειωμένους με τη λόγια παράδοση, οι οποίοι μπορούσαν να γράφουν ­ ακόμη και να μιλούν ­ μια επεξεργασμένη καθαρεύουσα, συχνά με ελκυστικά υφολογικά στοιχεία. Ο σημερινός μέσος χρήστης τής δημοτικής γλώσσας ­ προφορικής και γραπτής ­, εφόσον διαθέτει κάποια επαφή με τα «παλιότερα Ελληνικά» μας (καθαρεύουσα, αρχαία, εκκλησιαστική γλώσσα), υπερέχει επικοινωνιακά τού μέσου χρήση τής καθαρεύουσας τού α’ μισού τού αιώνα που φεύγει.

Λεξιλόγιο. Στις αρχές τού εικοστού αιώνα συνεχίζεται η προσπάθεια «καθαρισμού» τής Ελληνικής από ξένες λέξεις που ξεκίνησε στις αρχές τού 19ου αιώνα με τον Κοραή και τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Η ευαισθησία απόδοσης των νέων εννοιών στον χώρο των επιστημών, των τεχνών και τής τεχνολογίας, τής καθημερινής ζωής κ.λπ. με ελληνικές λέξεις υπήρξε για δεκαετίες μια «γλωσσική ιδεολογία» που βοήθησε στη συνοχή και την ομοιογένεια τού λεξιλογίου τής Νέας Ελληνικής παρά τις έντονες γλωσσικές επιδράσεις που ασκήθηκαν κυρίως από την ξένη επιστήμη και λογοτεχνία. Η εκπληκτική ανανέωση τού λεξιλογικού πλούτου τής σύγχρονης Ελληνικής συνίσταται σε χιλιάδες μεταφραστικών δανείων που απαίτησαν οι επικοινωνιακές ανάγκες τού Ελληνα τον εικοστό αιώνα. Εξάλλου, την τελευταία εικοσαετία τού αιώνα μας η «έκρηξη» στην επικοινωνία ­ με όγκους πληροφοριών και εννοιών που χρειάζεται να δηλωθούν γλωσσικά ­ οδήγησε εκ νέου στην άκριτη εισαγωγή μεγάλου αριθμού ξένων λέξεων, πράγμα που οφείλεται κυρίως στην πνευματική ραθυμία των συγχρόνων Ελλήνων να ικανοποιήσουμε τη δήλωση πολλών νέων εννοιών αξιοποιώντας τις δυνατότητες που μας παρέχει η ελληνική γλώσσα με την εκφραστική καλλιέργεια αιώνων η οποία την χαρακτηρίζει. Το να μιλάει ο Έλληνας στον Έλληνα χρησιμοποιώντας ελληνικές λέξεις είναι αυτονόητη απαίτηση· όχι προϊόν ιδεολογίας. Ιδεολογία γίνεται όταν η ξένη λέξη εκλαμβάνεται ως «γλωσσικό μίασμα» ή η χρήση ενός περιορισμένου αριθμού ξένων λέξεων (που υπάρχει σε κάθε ομιλούμενη γλώσσα) χαρακτηρίζεται ως «μέγας κίνδυνος» για την επιβίωση τής εθνικής γλώσσας! Αδικαιολόγητη, από την άλλη μεριά, είναι η χρήση ξένων λέξεων σε ανεξέλεγκτους αριθμούς και μάλιστα εκεί που δεν χρειάζεται, οπότε περνάμε σε μια άλλη ιδεολογία, την «ιδεολογία» τής ελάχιστης προσπάθειας, τού μιμητισμού ή τής απλής κοινωνικής επίδειξης.
Γραμματικοσυντακτική δομή. Η γλώσσα δεν αλλάζει στη δομή της εύκολα και γρήγορα. Συχνά ­ όταν μια γλώσσα έχει ανεπτυγμένο γραπτό λόγο ­ χρειάζονται δεκάδες χρόνια μέχρι και αιώνες, για να αλλάξει σημαντικά η δομή της. Ετσι είναι φυσικό να μην έχουμε μεγάλες αλλαγές σε αυτό το επίπεδο. Ωστόσο, ο προσεκτικός παρατηρητής τής γλώσσας μπορεί να επισημάνει ορισμένες δυναμικές τάσεις για αλλαγές στο γραμματικό σύστημα. Ετσι λ.χ. σημειώνεται βαθμηδόν μια υποχώρηση των παλαιών τριτόκλιτων τύπων. Τύποι όπως αιών, πόλις, ελπίς, κυβέρνησις κ.τ.ό. ακούγονται πια ελάχιστα, ενώ τείνουν να υποχωρήσουν και πολλοί τύποι γενικής σε -εως (κατάστασης αντί καταστάσεως, υπόθεσης αντί υποθέσεως κ.ο.κ.). Τα θηλυκά επαγγελματικά ονόματα συχνά δεν διαφοροποιούνται μόνο με το άρθρο / επίθετο (η δικηγόρος, καλή αρχιτέκτων, η βουλευτής κ.λπ.) αλλά και με παραγωγικά επιθήματα (δικηγορίνα, αρχιτεκτόνισσα, βουλευτίνα), όσο κι αν για πολλούς ομιλητές υφίστανται ακόμη υφολογικές αποχρώσεις στις δύο χρήσεις και όσο κι αν υπάρχουν τύποι που δεν διαφοροποιούνται παραγωγικά (η μηχανικός όχι η μηχανικίνα, η νηπιαγωγός, η χημικός, η φιλόλογος, η γυμνασιάρχης κ.ά.). Ο τονισμός στα επίθετα τείνει όλο και περισσότερο προς την ακινησία (τού μεγαλύτερου περιπτέρου, των επικίνδυνων χειρισμών, τους σπουδαιότερους εκπροσώπους). Τα ρήματα σε -άω με τύπους σε -α χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο (μιλάω – μιλάει – μιλάμε – μιλάνε, τραγουδάω – τραγουδάει – τραγουδάμε – τραγουδάνε). Αρχίζουν και γράφονται τύποι σε -νε: χαιρετάνε, γράφουνε, βλέπουνε, παίζανε, δίνανε. Ολο και περισσότερο χρησιμοποιούνται τύποι σε -αγα αντί σε -ουσα: μίλαγα, τραγούδαγα, χαιρέταγε, πούλαγε, γλένταγαν, αγάπαγαν κ.τ.ό. Ακούγεται όλο και πιο συχνά ο αυξημένος τύπος τής προστακτικής αντί τού αναύξητου στα σύνθετα ρήματα: υπέγραψε εδώ (αντί υπόγραψε), απέδειξέ μου ότι είναι έτσι (αντί απόδειξε) κ.λπ., πράγμα που εξακολουθεί να θεωρείται «λάθος» από τους περισσότερους ομιλητές. Τέλος, όλο και περισσότερο χρησιμοποιείται το εμπρόθετο συμπλήρωμα (αντικείμενο) των ρημάτων αντί τής απλής γενικής: έδωσα στην Εφορία την απόδειξη (όχι: έδωσα τής Εφορίας…).

Γ. Συμπέρασμα
Μέσα στον εικοστό αιώνα πολλά άλλαξαν στη γλώσσα μας, από τη χρήση τής δημοτικής που πήρε τη θέση τής καθαρεύουσας έως τις χιλιάδες νέων λέξεων και φράσεων στον χώρο τής οικονομίας, τής διοίκησης, τής τεχνολογίας και από τις πολλές ξένες λέξεις που έχουμε στην καθημερινή γλώσσα έως τους νεότερους τύπους (ρημάτων, ονομάτων κ.λπ.) που σήμερα χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ή όλο και περισσότερο σε σχέση με το παρελθόν. Είναι γλωσσικά αναμενόμενο πως όσο περισσότερο θα λιγοστεύουν τα ακούσματα από την καθαρεύουσα τόσο λιγότερο θα χρησιμοποιούνται ορισμένοι γραμματικοί τύποι που προσιδίαζαν σε εκείνη τη μορφή τής γλώσσας μας (λόγια παράδοση). Αυτό δεν πρέπει όμως να γίνει στον καίριο χώρο τού λεξιλογίου. Εδώ κάθε ζωντανή λέξη που υποχωρεί στη χρήση χωρίς να αντικαθίσταται σημασιολογικά από άλλη αποτελεί ένα σημασιολογικό και εννοιολογικό κενό που έχει επιπτώσεις στην επάρκεια τής γλωσσικής μας επικοινωνίας. Τον εικοστό αιώνα σίγουρα θα έχουν πολλές αφορμές να τον θυμούνται οι Έλληνες των επόμενων αιώνων. Στην ιστορία τής ελληνικής γλώσσας πάντως θα μείνει ως ο αιώνας κατά τον οποίο η ελληνική γλώσσα απέκτησε πάλι ενιαία μορφή, ο αιώνας που η Ελληνική ξανάγινε κοινή γλώσσα για όλους τους Έλληνες τόσο στην προφορική όσο και στη γραπτή τους επικοινωνία. Πράγμα που έλειπε πάνω από είκοσι αιώνες…

 

Το Βήμα, σ. 39-46, 2/1/2000